Έτσι βρήκα την ευτυχία δίπλα σε ένα ράφι
Ένα απόγευμα θλιμμένο σε θυμήθηκα και είπα πως δεν θα σε ξαναθυμηθώ γιατί θα μελαγχολήσω κι ύστερα εγώ πως θα συνεχίσω; Έτσι πέταξα τα σκεπάσματα και φόρεσα ότι βρήκα και αποφάσισα ότι δεν θα αφεθώ στις γκρίζες σκέψεις αλλά αντίθετα θα κάνω ό,τι μπορώ για να φτιάξω τη διάθεση μου. Όχι στη μελαγχολία, όχι στο γκρίζο όχι Γιώργο μου, όχι δεν θα σου κάνω το χατίρι!
Αυτή τη φορά θα σε βγάλω από το μυαλό μου και θα πω όχι σε ότι με χαλάει.
Απόψε θα πω ένα μεγάλο ναι στη χαρά. Και τι είναι αυτό που φέρνει χαρά; Κάπου είχα διαβάσει πως όταν δεν έχουμε καλή διάθεση πρέπει να κάνουμε γυμναστική. Μπα δεν νομίζω, στη θεωρία είναι καλό αλλά στην περίπτωσή μου δεν πιάνει. Για γυμναστική δεν έχω όρεξη, έχω όμως όρεξη για κάτι νόστιμο. Θέλω μια μεγάλη σοκολάτα και φρέσκα πορτοκάλια που θα γεμίσουν άρωμα όλο το σαλόνι και θα με κάνουν να χαμογελάσω από ευχαρίστηση. Ναι θα φάω απόψε και θερμίδες θα μετρήσω από αύριο. Τι άλλο φτιάχνει τη διάθεση, συνέχισα να σκέφτομαι. Η καλή μουσική, μια καλή ταινία. Άρα θα ακούσω μουσική ή μάλλον όχι θα φάω ποπκόρν και θα δω ταινία.
Ωραία. Τώρα δεν μένει παρά να ανοίξω το ντουλάπι της κουζίνας και να βγάλω τις προμήθειες που …. δεν έχω. Άρα θα πεταχτώ ως το περίπτερο.
Στο δρόμο για το περίπτερο έβλεπα κάποιες γυναίκες που κρατούσαν σακούλες. Σκεφτόμουν ότι η καθεμία έχει μέσα στη σακούλα του σούπερ μάρκετ κάτι που την κάνει ευτυχισμένη στον δικό της κόσμο, στο δικό της πλανήτη, στο δικό της Γαλαξία. Κάτι που δίνει χαρά στην ίδια και στους ανθρώπους που είναι σημαντικοί γι’ αυτήν. Εγώ έχω μόνο εμένα, το μυαλό πάλι πήγε να γυρίσει στη μελαγχολία αλλά το διέκοψα και του είπα προχώρα. Προχώρησα. Είδα κάποια κυρία να μπαίνει στο σούπερ μάρκετ Γαλαξίας που ήταν στο δρόμο μου. Μπήκα κι εγώ πίσω της. Πήρα μια σοκολάτα κι άλλη μία με αμύγδαλα, πορτοκάλια, μπανάνες, ποπ κόρν για τον φούρνο μικροκυμάτων, αυτό το ωραίο ποπκόρν που αναδύει άρωμα κινηματογράφου, πήρα πατατάκια, άστα να υπάρχουν, αναψυκτικά εννοείται.
Περνώντας από ένα ράφι με σεντόνια σταμάτησα για λίγο, κατέβασα το βλέμμα λίγο πιο χαμηλά σε κάτι έντονο κόκκινο. Ήταν ένα ριχτάρι κατακόκκινο, τόσο φλογερό, τόσο αισιόδοξο που σκέφτηκα ναι γιατί όχι; Θα φωτίσει τον καναπέ μου και θα μου αλλάξει το χώρο. Και τώρα που είπα θα φωτίσει, θα πάρω και μερικά κεράκια. Έχω ακούσει ότι όταν κοιτάζεις τη φλόγα ηρεμείς, θα δοκιμάσω αν πιάνει το κόλπο.
Ξαφνικά άκουσα το όνομά μου, μια γνώριμη φωνή που είχα να την ακούσω τέσσερα χρόνια. Ένας φίλος από τα παλιά, ο Νίκος. Γύρισα απορημένη και χαρούμενη. Τον ρώτησα πότε επέστρεψε από την Ιταλία. Μου είπε πριν κάνα μήνα. Με ρώτησε τι νέα; Τι κάνω; Του είπα αμήχανα, όλα καλά.
Κοίτα να δεις απόψε που αποφάσισα να μην κρατιέμαι από το χθες και να μην μελαγχολώ απόψε που αποφάσισα να ξεπεράσω τον Γιώργο, απόψε συνάντησα τον Νίκο. Κοιταζόμασταν και άπειρες αναμνήσεις γυρνούσαν στο μυαλό. Φεύγοντας ένιωσα το βλέμμα του να με ακολουθεί. Το ξέραμε κι οι δύο ότι σίγουρα τώρα πια δεν θα χαθούμε. Δεν ξαφνιάστηκα που στο Σούπερ Μάρκετ Γαλαξίας βρήκα όλα όσα χρειαζόμουν για να μου φτιάξει η διάθεση. Βρήκα ακόμα και το τελευταίο που περίμενα να βρω – τον παλιό μου έρωτα.